ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΑΝΑΣ ΑΓΡΑΦΩΝ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΑΝΑΣ ΑΓΡΑΦΩΝ

           Ἀπέναντι ἀπὸ τὰ Ἐπινιανά, δεξιὰ τοῦ Ἀσπρορέματος, μέσα στὰ γρανιτένια βράχια εἶναι φωλιασμένη η Παναγία ἡ Στάνα, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὄμορφα μοναστήρια τῶν Ἀγράφων.

Κοιτάζοντας ἀπὸ μακριὰ τὸ μοναστήρι μοιάζει κρυμμένο μέσα στὴ σπηλιά, ἐνῶ τὰ λίγα δέντρα καλύπτουν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς μικρῆς ἐκκλησίας. Μόνο ὁ τροῦλος τοῦ ναοῦ μὲ τὰ στενόμακρα παράθυρά του, ξεχωρίζει κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος τοῦ βράχου. Γιὰ νὰ φτάσουμε θὰ ἀνεβοῦμε τὸ χωματόδρομο μὲ τὶς στροφὲς σὲ μία ἀπόσταση 3 περίπου χιλιομέτρων. Ἡ ἱστορία τοῦ μοναστηριοῦ εἶναι ἀναμεμιγμένη μὲ πολλὲς παραδόσεις. Λέγεται ὅτι στὰ μέσα τοῦ 12ου αἰώνα, βρέθηκε κατὰ θαυματουργὸ τρόπο ἀπὸ κτηνοτρόφους τῆς περιοχῆς στὸ βάθος της σπηλιάς  ἡ εἰκόνα τῆς γέννησης τῆς Θεοτόκου. Ἔτσι οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἔκτισαν τὸ πρῶτο ἐκκλησάκι.      Μία ἄλλη παράδοση ἀναφέρει ὄτι η εἰκόνα τῆς Παναγίας μεταφερθηκε ἐκεῖ, γιὰ νὰ προφυλαχτεῖ τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας ἀπὸ τὸ χωριὸ Στάνα τῆς Ἀμφιλοχίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πῆρε τὸ μοναστήρι τὴν προσωνυμία «τῆς Στάνας». Μία ἀκόμη παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἡ ὀνομασία τῆς προέρχεται ἀπὸ τὶς στάνες τῶν κτηνοτρόφων ποὺ ὑπῆρχαν παλαιότερα στὴ γύρω περιοχή. Ὁ ναὸς φαίνεται ὅτι εἶναι κτίσμα τοῦ 15ου ἢ 16ου αἰώνα, ὅταν ἡ περιοχὴ εἶχε πυκνοκατοικηθεῖ, λόγω τῆς ἐγκατάστασης τῶν Τούρκων στὴ Θεσσαλία καὶ στὶς ἄλλες πεδινὲς περιοχές. (Τότε ἡ Εὐρυτανία, καὶ κυρίως ἡ περιοχὴ τῶν Ἀγράφων, εἶχε πολλὲς χιλιάδες κατοίκους, πλούσια κτηνοτροφία καὶ ἀνεπτυγμένη βιοτεχνία. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ ὑπῆρχαν σὲ κάθε χωριό, ἀπὸ τὰ μοναστήρια καὶ τὶς περίφημες Σχολὲς τῶν Ἀγράφων, ποὺ ἄκμασαν τὸ 16ο καὶ 17ο αἵ. μὲ ὀνομαστοὺς Διδασκάλους).

Η ἐκκλησία εἶναι σχήματος σταυρωειδοὺς μὲ τροῦλο, διαστάσεων 6×10 μ. καὶ ὁ τροῦλος τῆς ὑψώνεται περίπου στὰ 7-8 μέτρα. Ἀκριβῶς πίσω ἀπὸ τὸν τροῦλο βρίσκεται ἡ εἴσοδος τῆς μικρῆς σπηλιᾶς, ποὺ πιστεύεται ὅτι βρέθηκε ἡ εἰκόνα της Παναγίας.  Η νότια καὶ βόρεια κόγχη φαίνεται ὅτι χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὰ ἀναλόγια τῶν ἱεροψαλτῶν, ἐνῶ περιορισμένη φαίνεται ὅτι ἦταν καὶ ἡ ἀνατολικὴ κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, λόγω τῆς στενότητας τοῦ χώρου. Μικρό, ἀλλὰ θαυμαστῆς τέχνης, εἶναι τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο, ἐνῶ οἱ εἰκόνες τόσο τοῦ τέμπλου ὅσο κι αὐτὲς τοῦ ναοῦ εἶναι ἔργα ντόπιων σπουδαίων ἁγιογράφων τῆς Βυζαντινῆς Σχολῆς τῶν Ἀγράφων (Θεοφάνους, Διονυσίου Ἰωάννου κ.α.). Στὴ δυτικὴ πλευρὰ σώζονται τοιχογραφίες, ὅπως καὶ στ’ ἄλλα ψηλότερα μέρη τοῦ κυρίως ναοῦ. Ἀρκετὰ εὐδιάκριτες εἶναι οἱ τοιχογραφίες τοῦ τρούλου μὲ κυρίαρχη τὴ μορφὴ τοῦ Παντοκράτορα. Οἱ φθορὲς προῆλθαν προφανῶς ἀπὸ τὴν ὑγρασία – φυσικὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑγρότητας τοῦ σπηλαίου – καὶ ἀπὸ ἐπιχρίσματα τῶν νεότερων, οἱ ὁποῖοι νόμιζαν ὅτι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ὀμορφύνει ὁ ναός. Στο προαύλιο της εκκλησίας ἡ καμπάνα γράφει 1856 καὶ ὁ ἦχος ποὺ παράγει ἔχει ἐκπληκτική καθαροτητα.

Λέγεται ὅτι παλιότερα ἡ μονὴ εἶχε καὶ μοναχούς, οἱ ὁποῖοι τρέφονταν ἀπὸ τὴν καλλιέργεια τῶν μικρῶν κήπων της, ἀπὸ τὴν κτηνοτροφία καὶ τὶς εἰσφορὲς τῶν προσκυνητῶν, ποὺ μὲ εὐλάβεια καὶ ὁδοιπορία πολλῶν ὡρῶν ἔφθαναν σ’ αὐτὴ τὴ δύσβατη ὀρεινὴ περιοχή.

Τὸ μοναστήρι σήμερα ἀνήκει στὴν ἐνορία Ἄγ. Γεωργίου τῶν Ἐπινιανῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέχει γύρω στὰ 12 χιλιόμετρα. Εὐτυχῶς οἱ κάτοικοι τόσο τῶν Ἐπινιανῶν, ὅσο καὶ τῶν ἄλλων χωριῶν τῶν Ἀγράφων δείχνουν βαθὺ σεβασμὸ πρὸς τὴ μονή, τὴν ἐπισκέπτονται συχνὰ καὶ συμμετέχουν στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες, ποὺ τελοῦνται στὴν Ἱερὰ Μονὴ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῶν γύρω Ἐνοριῶν. Ἐπίσης, λέγεται ὅτι παλιότερα ἡ μονὴ εἶχε πολλὰ ἀφιερώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν περίοδο 1942-1950 εἶχαν κρυφτεῖ σὲ διάφορα σημεῖα της. Φαίνεται ἄλλωστε ὅτι καὶ οἱ μεγάλες πέτρινες πλάκες τοῦ Καθολικοῦ ἔχουν ἀνασυρθεῖ, πιθανῶς γιὰ τὴν ἀνεύρεση κρυμμένων θησαυρῶν. Σήμερα καταβάλλεται προσπάθεια γιὰ τὴν διαφύλαξη τοῦ τέμπλου, τῶν εἰκόνων καὶ τῶν ἄλλων κειμηλίων τῆς μονῆς.

Η Παναγία  θεωρεῖται ἡ προστάτιδα τῶν  Ἀγράφων καὶ τιμᾶται  ἀπὸ ὅλους τους  Ἀγραφιῶτες στις 7  καὶ 8 Σεπτεμβρίου ἑορτὴ τὸ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου.

 

 

Ἀπὸ τὴν ἰστοσελίδα τοῦ Πολιτιστικοῦ Συλλόγου ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ