Ιερά Μονή Τατάρνης

ΤΟ ΞΑΚΟΥΣΤΟ καὶ Θρυλικὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Τατάρνης εὑρίσκεται σὲ μία γλώσσα ξηρᾶς, ποὺ εἰσχωρεῖ μέσα στὴν μεγάλη τεχνητὴ λίμνη τῶν Κρεμαστῶν. Πρὶν μερικὰ χρόνια, ἀκριβῶς κάτω ἀπ’ τὸ Μοναστήρι κυλοῦσε τὰ γαλάζια νερά του

ὁ Ἀχελῶος, ὁ χιλιοτραγουδισμένος Ἀσπροπόταμος τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν. Τώρα Ἄσπρος καὶ παραπόταμα σκεπάσθηκαν ἀπ’ τὰ γαλήνια νερὰ τῆς λίμνης. Τὸ τοπίο ἔγινε ὀμορφότερο, τὸ κλίμα γλυκύτερο, ἤπιο. Χωρὶς ὑπερβολές, τὸ τοπίο εἶναι σπάνιας ὀμορφιᾶς. Τὸ βεβαιώνουν ἄνθρωποι ποὺ γύρισαν ὅλα τὰ πλάτη καὶ μήκη τῆς γής.

Τὸ Μοναστήρι εἶναι χτισμένο σὲ μία κατωφέρεια τῆς Ἀηδονόρραχης (ὀνομάσθηκε ἔτσι ἀπ’ τὰ πολλά της ἀηδόνια ποὺ κελαϊδοῦν καὶ «κατακήλουν» τὶς ἀκοὲς τὴν ἄνοιξι) μὲ ἐξαίσια θέα πρὸς τὴν λίμνη καὶ τὰ βουνὰ τοῦ Βάλτου. Εἶναι ἕνας χῶρος καταπράσινος, χωρiς τὴν ἀγριάδα τοῦ βουνοῦ ἢ τὴν ξεραΐλα τοῦ κάμπου. Τὸ ὑψόμετρο εἶναι 380 μέτρα ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης καὶ ἑκατὸ μέτρα περίπου- ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχὴ- πάνω ἀπ’ τὴν λίμνη. Ἐδῶ ἡ καρδιὰ γαληνεύει, ὁ νοῦς ὑψώνεται εἰς θεωρίας πνευματικᾶς καὶ τὸ μάτι χαίρεται τὰ μεγαλεία τοῦ Δημιουργοῦ. «Ἐκ γὰρ μεγέθους καὶ καλλονῆς κτισμάτων, ἀναλόγως ο δημιουργὸς αὐτῶν Θεος θεωρεῖται».

Εἶναι ἕνας τόπος εὐλογημένος, ἕνα μικρὸ περιβόλι τῆς Παναγίας. Εἶναι ἕνας τόπος φορτισμένος μὲ μνῆμεs ἱστορικές, μὲ ἀγῶνες πνευματικούς.

Τὸ Μοναστήρι ἀπέχει ἑβδομήντα περiπου χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Καρπενήσι καὶ ἑκατὸ περίπου ἀπὸ τὸ Ἀγρίνιο. Οἱ δύο δρόμοι σμίγουν στὴν Δυτικὴ Φραγκίστα, τὸ ὡραῖο καὶ ζωντανὸ αὐτὸ χωριὸ τῆς Εὐρυτανίας. Εἶναι ἀσφαλτοστρωμένοι. Χωματόδρομος δὲν ὑπάρχει πιά. Ἀπ’ τὸ 1992 ἡ ἄσφαλτος φθάνει μέχρι τὴν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ τοπίου, ποὺ ἀλλοῦ εἶναι ἄγριο καὶ ἐπιβλητικό, γεμάτο ἔλατα καὶ χαράδρες, ἑλιγμοὺς ἀτέρμονες καὶ στροφὲς ἀτέλειωτες καὶ ἀλλοῦ εἶναι ἥμερο, προσιτό, εὐχάριστο στὸ μάτι, ἀποζημιώνει πλουσιοπάροχα τὸν προσκυνητή. Βρύσες μὲ κρυστάλλινα νερά, ποτάμια μὲ βαθύσκια πλατάνια, ρείκια καὶ ἀνθισμένες κουμαριές, βουνὰ ποὺ καθρεφτίζονται στὴν ἀτάραχη καὶ ἀρυτίδωτη λίμνη, σταχτόχρωμες ἐληὲς ἀνακατεμένες μὲ γιγάντιες ἀριές, δὲν εἶναι κάτι τὸ συνηθισμένο γιὰ τὸν ἄνθρωπο τῶν πόλεων. Καὶ τὸ κυριώτερο: Τόπος ἀμόλυντος ἀπὸ τουρισμὸ καὶ ἐκβιομηχάνισι, ἀπὸ λύματα καὶ καυσαέρια. Τόπος ἁγνός, ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ὅπως καλλιεργήθηκε ἀπὸ τὰ ροζιασμένα χέρια τοῦ ξωμάχου.

Ἡ γερασμένη γέφυρα τοῦ Μανώλη, ἔργο τοῦ ΙΖ’ αἰῶνος στέκει ἀκόμη περήφανη πάνω ἀπὸ τὸ στένωμα τοῦ Ἀγραφιώτη, εἰς πεῖσμα τοῦ χρόνου καὶ τοῦ νεροῦ τῆς λίμνης ποὺ κάθε ἄνοιξι ἀνεβαίνοντας καὶ φουσκώνοντας τὴν πνίγει ὡς τὸν λαιμό. Χλευάζει τὴν σύγχρονη τεχνική. Πρὶν εἴκοσι πέντε χρόνια καὶ πλέον ἔστησαν δίπλα νέα γέφυρα, μὲ μπετὸν καὶ σίδηρα. ‘Ἔγιναν ἐγκαίνια, ἐκφωνήθηκαν πανηγυρικοί, ἔγινε μεγάλο γλέντι. Στὴν πρώτη κατεβασιὰ τοῦ ‘Ἀγραφιώτη ἡ γέφυρα παρεσύρθη, ἐξαφανίσθηκε. ‘Ἀκόμη ψάχνουν γιὰ νὰ βροϋν τὰ ἴχνη της. Ὅμως τὸ γεφύρι τοῦ Μανώλη μὲ τὴν μεγάλη καμάρα, χτισμένο μὲ πέτρες καὶ κουρασάνι μένει… εἰς ἔλεγχον τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν.

Μπροστὰ μας τὰ ξακουσμένα Ἄγραφα, τὰ βουνὰ ποὺ ἔμειναν ἀπάτητα ἀπὸ Τούρκου ποδάρι, διαγράφονται στὸν ὁρίζοντα περήφανα, διηγούμενα ἀρχαῖα «κλέη», περασμένα μεγαλεῖα καὶ τωρινὴ ἐρήμωσι. Στὸ βάθος ἀχνοφαίνονται τὰ Τζουμέρκα, τραχειά, ἀπόκρημνα, σχεδὸν πάντοτε χιονισμένα, ποικιλόχρωμα ἀπ’ τὰ παιγνιδίσματα τοῦ ἥλιου στὶς βουνοκορφές τους καὶ στὶς βαθειὲς νεροφαγιές.

Ἀπέναντι ὁ Βάλτος. Τὸ Κάρλελι τῶν Τούρκων (Κὰρλ-ἑλή: χώρα τοῦ Καρόλου Τόκκου). Βουνὰ πιὸ ἥμερα ἀλλὰ μὲ λιγώτερη βλάστησι. Δεσπόζει ἢ «ἀπορρὼξ» Κανάλα. Τὸ βουνὸ μὲ τὶς κάθετες πλαγιές, ποὺ πέφτουν κοφτὲς μέσα στὴν λίμνη. Εἶναι βουνὸ ἁγιασμένο. Ἐκεῖ ἀσκήτεψεν ὁ ὅσιος Ἀνδρέας, ἀσκητὴς φημισμένος ποὺ ἔζησε στὸν ΙΓ’ αἰώνα. Ἡ Εὐρυτανία συνδεόταν στὰ παλαιὰ χρόνια μὲ τὸν Βάλτο, χάρις σὲ ἕνα γεφύρι ποῦ ἄφησε ἐποχή: τὸ γεφύρι τῆς Τατάρνας. Ἦταν ἔνα θαυμα τεχνικῆς, τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας. Ἀπορεi κανεὶς πῶς τὸ ἔχτισαν… Μία καὶ μόνη καμάρα στηριγμένη σὲ δύο κατακόρυφους βράχους καὶ ἀπὸ κάτω νὰ βράζη ὁ Ἀχελῶος… Τώρα αὐτὸ τὸ γεφύρι βρίσκεται βαθειὰ βυθισμένο μέσα στὰ νερὰ τῆς λίμνης. Ἔνα νεο γεφύρι στὴν ἴδια θέσι, ἀλλὰ ψηλότερα, στήθηκε λίγο πρὶν φθάσουν τὰ νερὰ τῆς λίμνης. Εἶναι θαῦμα τεχνικῆς. ‘Ἔχει πάρει τρία διεθνῆ βραβεῖα. Σχεδιαστὴς ὁ Ἀρίσταρχος Οἰκονόμου. Ἐ! γι’ αὐτὴν τὴν γέφυρα δὲν ὑπάρχει ἀκόμη δρόμος κατάλληλος γιὰ πρόσβασι. Τώρα διανοίγεται ἡ μεγάλη ἀρτηρία ποὺ θὰ συνδέση Μαλιακὸ μὲ Ἀμβρακικὸ καὶ θὰ περάση ἀπ’ τὴν γέφυρα τῆς Τατάρνας. Ἀλλὰ μὲ βῆμα χελώνας. Ἴσως κάποια συμφέροντα ἄλλων νομῶν παρεμβάλλονται… Λίγο παραπάνω ἕνας κολοσιαῖος Σταυρὸς δείχνει τὸ μέρος ὅπου εὑρίσκεται ἡ Τρύπα. ‘Ἕνας καιάδας μὲ πολὺ θλιβερὲς ἀναμνήσεις…

Στὰ πόδια τοῦ γεφυριοῦ τῆς Τατάρνας ἀνέβλυζε ἡ μεγάλη νερομάνα τῆς Μαρδάχας. Λένε πὼς ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὴν λίμνη τῶν Ἰωαννίνων. Ἀπ’ αὐτὴν καὶ μόνο ὁ Ἄσπρος ἄλλαζε χρῶμα καὶ κατηφόριζε γαλάζιος. Ἐκεῖ τὸ Μοναστήρι εἶχε μετόχι καὶ ναὸ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἐκεῖ γινόταν τὸν Σεπτέμβριο τὸ μεγάλο πανηγύρι τῆς Τατάρνας. Ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἐμποροζωοπανήγυρις τῆς Δυτικῆς Στερεᾶς. Κρατοῦσε ἑπτὰ ἡμέρες. Βούϊζαν οἱ ρεματιὲς ἀπὸ τὴν χλαλοή. Ἀκόμα κι ὁ Μπάρμπα-Γιῶργος ὁ Μπλατσάρας, ὁ μπαρμπούλης τοῦ Καραγκιόζη, μιλάει γιὰ «τοῦ πανγκύρ’ τῆς Τατάρνας», ὅταν… τηλεφωνάει στὴν θειὰ Παυλίνα. Ὅλα ὅμως αὐτὰ τώρα εἶναι στὸν πάτο τῆς λίμνης. Μόνον oι ἀναμνήσεις στοὺς παλαιοτέρους μένουν.

Στὸ ἄκρο τῆς χερσονήσου τὸ Παληόκαστρο. Κορυφὴ γεμάτη ἐρείπια προχριστιανικά, τείχη πελασγικά, κυκλώπεια. Στὸ βάθος τὸ φράγμα ἢ μᾶλλον τὸ γεωφράγμα γιατί δὲν εἶναι ἀπὸ μπετὸν ἀλλ’ ἀπὸ χῶμα καὶ χαλίκι. Γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια. Λίγο ψηλότερα τὸ χωριὸ ποὺ μένουν oι ὑπάλληλοι καὶ τεχνίτες τῆς Δ.Ε.Η. Τὸ Ὀρφανό. Ἀπ’ ἐκεῖ ἀρχίζει νὰ ὑψώνεται τὸ Παναιτωλικὸ μὲ τὰ ὡραία χωριὰ τῶν Παρακαμπυλίων: «Ἅγιος Βλάσιος, Καραμανέϊκα, Χούνη, θέρετρα τοῦ Ἄγρινιου. Καὶ μέσα στὸ κομμάτι αὐτὸ τῆς ξηρᾶς ποὺ περιβάλλεται ἀπ’ τὴν λίμνη, ἐκτὸς ἀπὸ μία στενωπὸ στὰ βόρεια, σκορπισμένο ἐδῶ καὶ κεῖ τὸ χωριὸ Τριπόταμος, ἡ παλαιὰ Τατάρνα. Τὰ καλὰ χωράφια πνίγηκαν ἀπὸ τὸ φράγμα. Οἱ πολλοὶ ἔφυγαν, ἀποκαταστάθηκαν στὸν κάμπο. Ἔμειναν λίγοι, περίπου πεντακόσιοι. Δυὸ σπίτια ἐδῶ, τρία ἐκεi, ὅπου εἶναι τὰ φτωχὰ χωράφια, ὅπου εἶναι τὰ ζῶα. Δύσκολη ἡ ζωὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔμειναν. Συνδρομὴ ἀπὸ πουθενά, τὸ μεροκάματο ἄγνωστο. Ἕνας πειραματικὸς σταθμὸς ἰχθυοκαλλιέργειας στὴν λίμνη, κοντὰ στὸ χωριό, φαίνεται ὅτι πέτυχε. Ἀλλ’ ἀκόμη δὲν τὸν πῆρε τὸ χωριὸ στὰ χέρια του. Θέλει ἀνθρώπους νέους νὰ πάρουν τὸ ζήτημα στὰ ζεστά. Κυπρίνος, πέστροφα καὶ χέλια εἶναι ἡ πρώτη παραγωγή. Ψάρια νοστιμώτατα. Πιστοποίησις ἀπὸ χείλη εἰδήμονος… Εἶχαν γίνη προκαταρκτικὲς ἐνέργειες ἀπὸ τὸ Δασαρχεῖο Εὐρυτανίας, ὥστε ἡ περιοχὴ νὰ ἀξιοποιηθῆ. Θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐλεγχομένη κυνηγετικὴ περιοχή. Αὐτὸ σημαίνει ἀνάπτυξι τοῦ τόπου, σημαίνει χρῆμα γιὰ τοὺς κατοίκους. Ἀντέδρασαν δυναμικά. Ἡ προσπάθεια ματαιώθηκε. Καὶ πάλι τέλμα καὶ πάλι στὸ τίποτα.

Ἴσως κάποτε ἔρθουν σωστότερες σκέψεις. Ἀλλ’ oι εὐκαιρίες δὲν ἔρχονται συχνά.

Μ’ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ καὶ μὲ ἱκανοποίησι γιατί ὁ χωματόδρομος ἔγινε πλέον ἄσφαλτος φθάνομε στὸ Μοναστήρι. Σ’ἕνα φραγμένο τόπο διακρίνομε, ἀνάμεσα σὲ πεῦκα, ἐληές, καρυδιὲς καὶ πολλὰ βάτα, ἕνα γέρικο κυπαρίσσι. Δίπλα του χαλάσματα. Εἶναι τὸ μοναστήρι ποῦ βούλιαξε τὸ 1963. ‘Ὅμως πρὶν καλοσκεφθοῦμε τί ἔγινε καὶ πῶς ἔγινε φθάνουμε στὴν ἐξωτερικὴ πύλη. Μια σύγχρονη ψηφιδωτὴ εἰκώναν τῆς Παναγίας μᾶς ὑποδέχεται. Μετά απ’αὐτὴν ἕνα οἰκοδόμημα νέο, σύγχρονο. Εἶναι τὸ νέο θαλερὸ βλαστάρι μίας πολὺ γέρικης βαλανιδιᾶς ποὺ λέγεται Μονὴ Παναγίας Τατάρνης.

ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ὅμως τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Ἡ παράδοσις τοποθετεῖ τὴν ἵδρυσι τοῦ Μοναστηριοῦ στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΒ’ αἰῶνος, συγκεκριμένα στὸ 1111. Πολλοὶ τὸ θέλουν «Βασιλικό». «Βασιλομονάστηρο» τὸ ἀποκαλοῦσαν oι παλαιοὶ καὶ πίστευαν πὼς τὸ ἔχτισε ἡ Ἁγία Θεοδώρα, Βασίλισσα τῆς Ἄρτας. Ὅμως ἡ Ἅγια αὐτὴ Βασίλισσα ἔζησε ἀργότερα, τουλάχιστον μετὰ ἑκατὸ χρόνια. Ἑπομένως δὲν μπορεi νὰ εἶναι κτιτόρισσα, μπορεῖ ὅμως νὰ βοήθησε γιὰ τὴν ἀνάδειξί του. Ἔχομε μαρτυρίες ὅτι βοήθησε πολλὰ μοναστήρια τῆς περιοχῆς. Ἡ Εὐρυτανία ἦταν τότε στὴν ἐπικράτειά της. Γιατί νὰ ἑξαιρεθῆ τὸ μοναστήρι τῆς Τατάρνας; Ἄλλωστε ἡ παράδοσις εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρή.

Τί ἀπέμεινε ἀπὸ τὸ πρῶτο ἐκεῖνο κτίσμα; Ἐρείπια μόνο στὴν θέσι «Παληομονάστηρο». Μπερδεύτηκαν τόσο μὲ νεώτερα ἐρείπια καὶ ἀναστατώθηκε τόσο ἡ περιοχὴ μὲ τὴν κατολίσθησι τοῦ 1963 ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ ξεχωρισθοῦν τὰ πρῶτα κτίσματα ἀπ’ τὰ δεύτερα. Ἔγινε μικρὴ κοσμογονία καὶ ἕνας χαλασμός, ποὺ δὲν ξεχωρίζει τίποτε. Ὑπάρχουν ὄγκοι ἀτόφιοι παλαιῶν κτιρίων, τοῖχοι σύσσωμοι ἀναποδογυρισμένοι. Ὅλα φύρδην-μείγδην. Καὶ ἡ βλάστησις ὀργιάζει.

Ἀπ’ αὐτὸ τὸ παλαιὸ «Βασιλομονάστηρο» πρέπει νὰ προέρχεται ἡ ψηφιδωτὴ Ἱερὰ Εἰκὼν τῆς ‘Ἄκρας Ταπεινώσεως τοῦ ΙΒ’-ΙΓ’ αἰῶνος, ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα ὠς «θησαυρὸς ἀποθετὸς» στὸ Σκευοφυλάκειο τῆς Μονῆς. Γι’ αὐτὴ τὴν Εἰκόνα ὁμιλεῖ μὲ πολὺ σεβασμὸ ἡ παράδοσις. Λέει σχετικά:

Ἀπέναντι, στὰ βουνὰ τοῦ Βάλτου, πέρα ἀπ’ τὸν Ἀχελῶο, κάποιος ἁγνὸς καὶ εὐλαβὴς βοσκὸς φύλαγε τὰ πρόβατά του. Ξαφνικὰ κάποιο βράδυ βλέπει ἔκπληκτος ἕνα ζωηρὸ φῶς νὰ λάμπη στὸ σκοτάδι, ἀκριβῶς ἀπέναντι, κατὰ τὴν πλευρὰ τῆς Εὐρυτανίας. Τοῦ ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωσι. Ὁ τόπος ἐκεῖ ὅπου φαίνονταν τὸ φῶς ἤξερε ὅτι ἦταν ἔρημος. Τὸ φῶς ἐκεῖνο ἦταν λαμπρό, δὲν ἦταν φωτιὰ ποὺ μποροῦσαν νὰ ἀνάψουν ποιμένες τὴν νύχτα. Τὴν ἄλλη νύχτα τὸ φῶς ξαναφάνηκε. Ἔφεγγε ὅλη τὴν νύχτα. Μὲ τὸ χάραμα χανόταν. Ξαναφάνηκε καὶ τὴν τρίτη νύχτα. Κατάλαβε ὁ ἀγαθὸς τσοπάνης, ὅτι ἦταν σημάδι θεϊκό. Εἶχε ἀκούσει ὅτι μὲ φῶς φανερώθηκαν πολλὲς Εἰκόνες. Ἦταν κάλεσμα γιὰ κάτι ἱερὸ ποὺ κρυβόταν γιὰ χρόνια καὶ ἔπρεπε νὰ φανερωθῆ. Πῶς ὅμως νὰ ἐντοπίση τὸ σημεῖον; Τὴν ἡμέρα ποὺ φαινόταν ὁ τόπος δὲν φαινόταν τὸ φῶς. Τὴν νύχτα ποὺ φαινόταν τὸ φῶς, δὲν διεκρίνετο ἡ περιοχή. Καὶ ἦταν ἀρκετὰ μακρυά. Ξάφνου, τὴν τρίτη νύχτα ὁ νοῦς τοῦ φωτίσθηκε. Ἔμπηξε στὴ γῆ μία διχάλα. Ἀκούμπησε πάνω σ’ αὐτὴ τὴν ποιμενικὴ ράβδο του. Στόχεψε μὲ τὸ ἕνα μάτι πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ φαινόταν τὸ φῶς. Ὅταν μάτι, ράβδος καὶ φῶς μπῆκαν στὴν αὐτὴ εὐθεία, σταθεροποίησε τὴν ράβδο. Περίμενε μὲ ἀγωνία νὰ ξημερώση. Σὰν ἔφεξε καλά, ξανακοιτάζει καὶ πάλι. Τώρα ὁ τόπος ἐντοπίσθηκε εὔκολα. Ξεκινᾶ γεμάτος λαχτάρα καὶ χαρά. Περνᾶ κολυμπώντας τὸν Ἄσπρο κι ἀνηφορίζει. Φθάνει σ’ ἕνα τόπο γεμάτο βάτα. Κόβει καὶ κόβεται, ματώνει, ξεσχίζεται, ἀλλ’ αὐτὸς συνεχίζει. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ἀμείβεται. Ἀνάμεσα στὰ βάτα βρίσκει μία εἰκόνα μικρή. Ἀναγαλλιάζει. Ἀπ’ αὐτὴ προέρχονταν τὸ φῶς. Εἶναι μὲ μικρὲς ψηφίδες ἱστορημένη, μικρὲς σὰν κεφάλι καρφίτσας. Παριστάνει τὸν Κύριο ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀποκαθήλωσι. Εἶναι ἡ Ἄκρα Ταπείνωσις. Εἶναι ἔργο μοναδικὸ στὸν κόσμο, ὅπως λένε oι εἰδικοί. Εἶναι ἔκτοτε παλλάδιο τῆς Μονῆς, σέμνωμα καὶ καύχημά της. Παλαιότερα τὴν εἶχαν στὴν ἐκκλησία γιὰ προσκύνησι. Παρ’ ὀλίγο νὰ καταστραφῆ ἐντελῶς. Οἱ εὐλαβεῖς γυναῖκες ξεκολλοῦσαν κρυφὰ ψηφίδες γιὰ φυλακτά. Σὲ λίγο θάμενε μόνο τὸ σανίδι. Τώρα φυλάσσεται στὸ σκευοφυλάκειο. Στὸ 1963 ταξίδεψε στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ κοσμήση τὴν Πανευρωπαϊκὴ Ἔκθεσι Βυζαντινῆς Τέχνης. Ξαναταξίδεψε γιὰ νὰ στολίση τὴν ἔκθεσι ποῦ ἔγινε γιὰ τὰ ἑκατὸν πενήντα χρόνια της Ἀθήνας, ὡς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.

Ἀπ’ αὐτὸ τὸ παλαιὸ Μοναστήρι ἀπέμεινε τὸ ὄνομα: Τατάρνα ἢ ὀρθότερα Τετάρνα. Τί σημαίνει; Δύσκολη ἡ ἀπάντησι. Ἴσως ἔχει ρίζα βλαχική, ὅπως πολλὰ τοπωνύμια καὶ ὄροι τῆς ποιμενικῆς ζωῆς. Σημαίνει -χωρὶς νὰ εἶναι καὶ βέβαιο- τόπο συγκεντρώσεως πολλῶν ἀνθρώπων ἢ ζώων. Σημαίνει πολλοὺς ἢ πολλὰ μαζί. Στὰ σερβοκροατικὰ σημαίνει τόπος μὲ πλούσια βλάστησι. Αὐτὴ ἴσωc εἶναι ἡ ὀρθότερη ἐτυμολογία.

Ἦρθαν χρόνια δίσεκτα. Τὸ Μοναστήρι ἀφανίστηκε. Ὁ τόπος ἔμεινεν ἔρημος. Μόνον Πινιανίτες βοσκοὶ κατέβαιναν μὲ τὰ ποίμνιά τους ἀπ’ τὰ λειβάδια τῶν Ἀγράφων γιὰ νὰ παραχειμάσουν. Ὁ τόπος ἦταν χειμαδιό. Ὁ Τοῦρκος πάτησε γερὰ τὸ πόδι του καὶ σὲ τοῦτα τὰ μέρη.

Ὅπου πατοῦσε ἄλογο, πατοῦσε καὶ ὁ Τοῦρκος. Ἡ κατάστασι ποὺ ἐπικρατοῦσε σ’ ὅλη τὴ χώρα ἦταν τραγική. Ἡ Ρωμιοσύνη ξεψυχοῦσε. Ἀλλ’ ὁ ραγιάς, σὰν ἀπὸ θαῦμα δὲν ἀφανίσθηκε. Ποδοπατήθηκε, πληγώθηκε, ἀναδιπλώθηκε, ἀλλὰ δὲν ξεψύχησε. Μαζεύθηκε, ἔγλειψε μόνος του τὶς πληγές του, ξαπόστασε, συνῆλθε καὶ συνέχισε τὴν πορεία του. Εἶναι τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ ἠθελημένα λησμονοῦμε. Ἡ ἐπιβίωσις τῆς πονεμένης Ρωμιοσύνης. Καὶ ὄχι μόνον ἡ ἐπιβίωσις ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάκαμψις. Ἀρχίζει νὰ γλυκοχαράζει. Ἀπὸ πολὺ νωρίς…

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στὰ 1555. Στὸν ἔρημο αὐτὸν τόπο ἐμφανίζονται δύο πατέρες ἀπ’ τὴν Μονὴ τῶν Μεγάλων Πυλῶν, ἀπ’ τὸ Μοναστήρι τοῦ Δουσίκου. Ὁ προηγούμενος ἱερομόναχος Μεθόδιος καὶ ὁ μοναχὸς Δαβίδ. Τί τοὺς τράβηξε καὶ ἦλθαν σὲ τούτη τὴν ἐρημιά; Ὁπωσδήποτε ἡ φήμη τοῦ παληοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὁ ζῆλος νὰ τὸ ξαναχτίσουν, νὰ τοῦ δώσουν πάλι ζωή… Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ συνθήκη τοῦ Τσαμασιοῦ ποὺ εἶχε ὑπογραφὴ λίγα χρόνια πρὶν (1546) ἔδωσε μία σχετικὴ ἀνεξαρτησία στὸ Ἀρματωλίκι τῶν Ἀγράφων. Ἄρχισε ἔτσι μία πλημμυρίδα. Τὰ βουνὰ παρεῖχαν ἀσφάλεια, στοὺς κάμπους ἁλώνιζε ὁ Τοῦρκος. Σιγὰ-σιγὰ τὰ βουνὰ γεμίζουν, τὰ χωριὰ αὐξάνουν καινούργια μοναστήρια χτίζονται. Εἴκοσι τὸν ἀριθμόν. Καὶ δὲν διατηρεῖται κανένα… Ξεκινοῦν λοιπὸν τὸ ἔργο μὲ αὐταπάρνησι. Ἔργο δύσκολο ἀκόμη καὶ μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα. Δώδεκα ὧρες μὲ τὰ πόδια τὸ Καρπενήσι, δώδεκα τὸ Βραχώρι, δώδεκα ὁ Κραβασαρᾶς. Ὅλα κουβαλιῶνται μὲ τὰ μουλάρια. Ἀλλ’ ἡ θερμή τους πίστις ἐθαυματούργησε.

Oι Πινιανίτες εὐχαρίστως τραβήχτηκαν καὶ ἄφησαν χῶρο γιὰ τὴν οἰκοδομὴ καὶ γιὰ καλλιέργεια. Σ’ ἕνα χρόνο τὸ Μοναστήρι στήθηκε. Μεγαλόπρεπο, ἁπλόχωρο, ἐφάμιλλό του παλαιοῦ. Μὲ ὑποστατικά, μὲ μετόχια, μὲ ποίμνια. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὴν διαθήκη τοῦ κτίτορος μοναχοῦ Δαβὶδ ποὺ τὴν ἔγραψε ἕναν χρόνο μετὰ τὴν ἄφιξί του, δηλαδὴ τὸ 1556. Εἶναι γραμμένη σὲ περγαμηνὴ καὶ σώζεται μέχρι σήμερα. Ἐκεῖ ἀναφέρονται λεπτομερῶς τὰ ὅσα ἔγιναν μέσα σ’ἕνα χρόνο καὶ πῶς ἔλαβεν ἀρχὴ αὖτο τὸ ἐξαίσιον ἔργο. Τὸν ἴδιο χρόνο ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Διονύσιος, μὲ σωζόμενο σιγίλιο ἀνακηρύσσει τὴν Μονὴ Σταυροπηγιακὴ καὶ Πατριαρχική. Στὸ σιγίλιο αὐτὸ ἡ Μονὴ ὀνομάζεται Παναγία Φανερωμένη. Τεκμήριο ἀδιάψευστο, ὅτι κάποια Εἰκόνα τῆς Παναγίας βρέθηκε-φανερώθηκε. Δὲν πρόκειται βέβαια γιὰ τὴν ψηφιδωτὴ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω. Τὸ σιγίλιο ὁμιλεῖ γιὰ Παναγία Φανερωμένη. Ἑπομένως σκάβοντας γιὰ τὸ νέο μοναστήρι, βρῆκαν στὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἴσως οἱ δύο πατέρες νὰ ὁδηγήθηκαν ἐδῶ κατὰ τρόπο θαυμαστὸ γιὰ νὰ ἀνεύρουν τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὸν εὐλαβῆ ἐκεῖνον ποιμένα.

Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς σὲ μία τόσο δύσκολη ἐποχὴ ποὺ oι ἱστορικοὶ ὀνομάζουν «ἔποχη ἔξοντωσεώς του Ἑλληντσμοῦ», κατάφεραν δύο «ρακενδύται» μοναχοὶ νὰ ἀνοικοδομήσουν τέτοιο μοναστήρι καὶ σ’ ἕνα τόπο ποὺ «ἒς ἀεί ξυντροφον ἔχει τὴν πενίαν». Μάλιστα τὸν ἑπόμενο χρόνο τὸ Μοναστήρι ἀνεγνωρίσθη διὰ σιγιλίου Σταυροπηγιακὸ καὶ Πατριαρχικό, ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Διονυσίου (1556). Μοιάζει σὰν τὴν ράβδο τοῦ Ἀαρῶν ποὺ ἀμέσως βλάστησε, πέταξε κλαδιὰ καὶ κάρπισε. Μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ἁγιογραφήθηκε τὸ Καθολικὸ (Καθολικὸ λέγεται ὁ κεντρικὸς ναὸς τῆς Μονῆς, ὅπου γίνονται oι λατρευτικὲς συνάξεις καὶ ἀπαραιτήτως oι Θ.Λειτουργίες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν). Ἀκόμη ἀπέκτησε κειμήλια πανάκριβα καὶ σπανίας τέχνης, ὅπως ὁ Ἐπιτάφιος του 1584. H ἵδρυσις καὶ ἀνάπτυξις σὲ τόσο μικρὸ διάστημα τῆς Μονῆς εἶναι ἕνα αἴνιγμα ποὺ μόνο σὲ θαῦμα μπορεῖ νὰ ἀποδοθῆ. Βέβαια μετὰ τὸ 1580 θὰ πρέπει τὸ Μοναστήρι νὰ βοηθήθηκε πολὺ ἀπ’ τὸν Σκαρλάτο. Καταγόταν ἀπ’ τ’ Ἄγραφα. «Τὰ ἀποτομώτατα ὅρη τῶν Ἀγράφων τῶν ἐδικῶν μας, τὴν ρίζαν καὶ τὴν πηγὴν τοῦ μακαρίτου καὶ περιβοήτου Σκαρλάτου ἔχουν», ὅπως θὰ ἔγραφε ἀργότερα Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός. Ξενιτεύθηκε. Πῆγε στὴν Κῶν/πόλι. Ἔγινε «σεϊτζὴς» δηλαδὴ διαχειριστὴς τῶν δημοσίων φόρων. Ἀπέκτησε τεράστια περιουσία. Ἕνα ἑκατομμύριο χρυσὰ νομίσματα, ἐκτός της ἀκινήτου. Εἶναι ὁ πρόγονος τῶν Μαυροκορδάτων καὶ τῶν Σκαρλάτων, ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας. Αὐτὸς φρόντισε πολὺ τὸ Μοναστήρι ποὺ εἶχεν ἰδρυθὴ «εἰς τὰς ὑπωρείας τῶν Ἀγράφων», τῆς πατρίδος του. Αὐτὸς ἀνήγαγεν εἰς περιωπὴν την «Ἱερὰν Μονὴν Ιlαναγίας τῆς Φανερωμένης τουπίκλην Τετάρνης» τὴν ἐν τῷ Λευκοποτάμω.

Ὀφείλονται χάριτες στὴν Ἀρχαιολόγο Μαρία Θεοχάρη ποὺ μὲ τὶς ἔρευνές της ἔφερεν εἰς φῶς αὐτὴ τὴν ξεχασμένη προσωπικότητα ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς πρώτους ἰσχυροὺς Φαναριῶτες καὶ βοήθησε τοὺς κατατρεγμένους Ρωμιούς.

ΕΚΤΟΤΕ τὸ Μοναστήρι διαδραματίζει σοβαρὸ καὶ πρωτεύοντα ρόλο στὰ πράγματα τῆς περιοχῆς. Ἡ θέσις τοῦ δίπλα στὸ πέρασμα τοῦ γεφυριοῦ τῆς Τατάρνας, ἀπ’ ὅπου ὁπωσδήποτε ἔπρεπε νὰ περάσουν ὅσοι ἤθελαν νά. πᾶνε γιὰ Βάλτο, Ἄγραφα ἢ καὶ Θεσσαλία ἀκόμη, ἡ φιλόξενη διάθεσις τῶν πατέρων, ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἐλευθερία, κάνουν τὸ Μοναστήρι φάρο φωτεινὸ μέσα στην «μελαμβαφή», σκοτεινή, ἀσέληνη καὶ ἀτέλειωτη νύχτα τῆς σκλαβιᾶς. Ἡ φιλοξενία ποὺ παρεῖχε ἔμεινε παροιμιώδης. Ἀκόμα καὶ σήμερα σ’ ὅλη σχεδδν τὴν Ρούμελη, ὅταν θέλουν νὰ ἐπαινέσουν κάποιον γιὰ τὴν φιλοξενία τοῦ τοῦ λένε: «Τατάρνα τόκαμε τὸ σπίτι του». Και ἦταν τότε ἡ φιλοξενία μεγάλη παρηγοριὰ γιατί ὑπῆρχε φτώχεια, κατατρεγμὸς καὶ ὁλοήμερες ὁδοιπορίες. Οἱ ὁπλαρχηγοὶ τοῦ Ἀρματωλικίου τῶν Ἀγράφων καὶ τοῦ Βάλτου εἶχαν τὸ Μοναστήρι «πασᾶ-κονάκι». Σώζονται ἐνθυμήσεις σὲ παληὰ βιβλία γιὰ παραμονὴ ἐδῶ του Κατσαντώνη (ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐδώρησε μία μεγάλη ἀσημένια κανδήλα, ἀρίστης τέχνης, ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα) τοῦ Ράγκου, τοῦ Λεπενιώτη, τοῦ Ἀνδρούτσου, τοῦ Καραϊσκάκη.

Ἦταν ἀκόμη ὁρμητήριο γι’ ἀγῶνες ἀπελενθερωτικούς. Πολλὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα ξεκίνησαν ἀπ’ ἐδῶ. Ὁ ἠρωϊκὸς Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ὁ Φιλόσοφος, ὁ ἀποκαλούμενος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του Σκυλοσοφός, ἀπ’ τὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας ξεκίνησε τὸ 1601 τὴν ἐπανάστασί του. Τὴν ἐπανάστασι ἐκείνη ποὺ τόσο τραγικὸ τέλος ἐiχε. Ὅμως ὁ κατακτητὴς ἔβλεπε… κι’ ἂν δὲν ἔβλεπε διαισθανόταν ὅτι κάτι μαγειρεύεται μέσα κεῖ. Γι’ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι «πατήθηκε», ἐδηώθη καὶ κατεστράφη ἀπὸ ὀρδὲς Τουρκαλβανῶν τουλάχιστον ἕνδεκα φορὲς μέχρι τὴν Ἐπανάστασι τοῦ ’21. Ξαναχτιζόταν καὶ πάλι εἰς πεῖσμα τοῦ κατακτητῆ, καὶ πάλιν γινόταν κρησφύγετο κλεφτῶν καὶ ἀρματωλῶν καὶ κέντρο συνωμοσιῶν. Γιὰ νὰ καταστραφῆ ἐκ νέου…

Σώζονται δραματικὲς ἐκκλήσεις τῶν πατέρων τῆς Μονῆς πρὸς τοὺς ἡγεμόνες Μολδαυίας καὶ Βλαχίας γιὰ βοήθεια. Ἐκεῖ μέσα ἐξιστοροῦνται τὰ δεινά της Μονῆς καὶ οἱ καταστροφές της ἀπὸ τοὺς ἐπιδρομεῖς. Ἀκόμη, μέσα στὶς ἐπιστολὲς τῶν Διδασκάλων τοῦ Γένους Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τοῦ μαθητοῦ τοῦ Ἀναστασίου τοῦ Γορδίου, φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀγωνία τοῦ Μοναστηριοῦ, oι θυσίες του γιὰ τὴν ἐλευθερία, oι καταστροφὲς καὶ oι διώξεις ποὺ ὑφίστατο ἀπ’ τὶς ὀρδὲς τῶν υἱῶν τῆς Ἄγαρ, oι προσπάθειές του γιὰ ἀνάρρωσι. Πολλὲς φορὲς ἔφθασεν εἰς πέταυρα τοῦ Ἅδου. Ἀλλ’ ἡ προστάτις καὶ ἔφορος Παναγία δὲν ἀφῆκε… Στὸ 1804 ἐρημώνεται ἐντελῶς γιὰ 8 μῆνες, 800 Ἀρβανίτες πατοῦν τὸ Μοναστήρι, μένονν μέσα καὶ ρημάζουν τὰ πάντα. Οἱ Πατέρες ξαναγύρισαν καὶ ἡ ζωὴ συνεχίσθηκε. Ὅταν σήμανε ἡ ὥρα τῆς Ἐθνεγερσίας, oι πατέρες δὲν ἀρκέσθηκαν μόνον σὲ εὐχὲς καὶ δοξολογίες. Ἄδραξαν τ’ ἅρματα, ζώστηκαν σπάθες καὶ ἀκολουθώντας τὸν Ἡγούμενό τους Κυπριανὸ πολέμησαν γενναία. Πολέμησαν στὸ πλευρὸ τοῦ Ἀνδρούτσου στὴν μάχη τοῦ γεφυριοῦ τῆς Τατάρνας (ἡ πρώτη της Ἐπαναστάσεως). Πολέμησαν στὸ πλευρὸ τοῦ Καραϊσκάκη στὴν μάχη τῆς Κορομηλιᾶς. Πολέμησαν παντοῦ ὅπου τὸ χρέος πρὸς τὴν πατρίδα τοὺς καλοῦσε.

Ὅλη ἡ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ, κινητή, ἀκίνητη, ποίμνια, χρήματα, διετέθη γιὰ τὸν ἀγώνα. Ἔφθασε νὰ σνντηρῆ ἐξ ἰδίων πόρων τέσσαρες χιλιάδες πολεμιστὲς σὲ τροφὲς καὶ τζιμχανέδες (πολεμοφόδια).

Ξεκίνησαν γιὰ τὸν ἀγώνα πενήντα πατέρες καὶ ἐπέστρεψαν μόνο δώδεκα κι’ αὐτοὶ γυμνοί, ξυπόλυτοι, σακατεμένοι. Οἱ ὑπόλοιποι ἔπεσαν στὰ πεδία τῶν μαχῶν. Αὐτοὶ ποὺ ἐπέζησαν γύρισαν γιὰ νὰ συνεχίσουν τοὺς εἰρηνικούς τους πιὰ ἀγῶνες. Μὲ λαχτάρα περπατοῦσαν μέρες ὁλόκληρες γιὰ νὰ δοῦν ξανὰ τὸ ἀγαπημένο τοὺς Μοναστήρι. Ὅταν ἐπὶ τέλους πλησίασαν, ἡ καρδιὰ τοὺς ἄρχισε νὰ χτυπᾶ γοργά. Σὲ λίγο θάμπαιναν στὴν μάνδρα τὰ σκορπισμένα πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλ’ ὁποία ἀπογοήτευσις! Τὸ Μοναστήρι τοὺς ἦταν στάχτη!

Στὸ 1823 ὁ Κοὺρτ Πασὰς τῆς Σκόντρας κατεβαίνοντας μὲ τὰ φουσσάτα του γιὰ νὰ πνίξη στὸ αἷμα τοὺς ἐπαναστατημένους ραγιάδες τῆς Ρούμελης, ἔκαψε τὸ Μοναστήρι, ἐκδικούμενος τὴν ἀνταρσία τῶν μοναχῶν καὶ τὴν βοήθειά τους στὸν Ἀγώνα… Δὲν ἔμεινε τίποτε ὄρθιο. Ἔμεινε ὅμως ὀρθὴ ἡ θέλησις γιὰ δημιουργία. Καὶ κάτι ἀκόμη: σώθηκαν τὰ κειμήλια χάρις στὴν προνοητικότητα τῶν ὀλίγων γερόντων μοναχῶν ποὺ εἶχαν μείνει στὸ Μοναστήρι φρουροὶ καὶ «προσμονάριοι» τοῦ κανδηλιοῦ τῆς Παναγίας.

Ἂς σταθοῦμε λίγο ἀκόμη σ’ ἐκεῖνο τὸ παληὸ Μοναστήρι. Ἀξίζει τὸν κόπο. Ἐξ ἄλλου εἶναι χρέος καὶ καθῆκον ἱερό.

Μὲ τὴν εὐλογία τῆς Παναγίας ἔφθασε σὲ τέτοια ἀκμή, ὥστε νὰ γίνη ἕνα ἀπ’ τὰ πιο «περιπυστα», φημισμένα μοναστήρια τῆς Ἑλλάδος. Μὲ δωρεὲς καὶ ἀγορὲς ἀπέκτησε σημαντικὲς ἐκτάσεις γύρω. Ἡ περιοχὴ ἐξημερώνεται, καλλιεργεiται. Κυρίως ἀμπέλια κι’ ἐληές. Οἱ ἀκροποταμιὲς τοῦ Ἀχελώου καὶ τοῦ Ἀγραφιώτη γεμίζουν μ’ ἐλαιόδεντρα. Ἡ ἀγριέλαιος μεταβάλλεται εἰς καλλιέλαιον. Ὁ τόπος ἡμερεύει. Οἱ πατέρες διαρκῶς καὶ πληθύνονται. Λένε ὅτι ἔφθασαν τοὺς 250 στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΖ’ αἰῶνος, πράγμα διόλου ἀπίθανο. Μαζεύονται καὶ πολλοὶ λαϊκοί. Γίνεται μία κυψέλη ποῦ βουΐζει ἀπ’ τὴν ἐργατιά. Πολλοὶ κατατρεγμένοι ἀπ’ τὸν δυνάστη βρίσκουν καταφύγιο πίσω ἀπ’ τὰ τείχη τῆς Μονῆς. Ὅλοι βρίσκουν θαλπωρή, ἀσφάλεια. Μένουν. Ὑπηρετοῦν στὸ Μοναστήρι. Ἄλλοι σὰν κολλῆγοι, ἄλλοι σὰν βοσκοί, ἄλλοι σὰν ἀγωγιάτες. Πλῆθος πολὺ τὰ ζῶα καὶ θέλουν ἀνθρώπους. Σιγὰ-σιγὰ ξεφυτρώνουν oι πρῶτες καλύβες, τὰ πρῶτα νοικοκυριά. Παντρεύονται, κάνουν οἰκογένειες. Γίνεται χωριὸ -ἡ Τατάρνα. Ὅλοι ζοῦν φτωχικά, ἀλλ’ ἁρμονικὰ κάτω ἀπ’ τὴν προστατευτικὴ σκιὰ τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἐδῶ ἀναπνέουν ἐλεύθερα. Δὲν φθάνει εὔκολα τὸ μολυσμένο χνῶτο τοῦ κατακτητῆ. Καὶ εἶναι γλυκὸ τὸ ψωμί, ὅταν αἰσθάνεσαι ἐλεύθερος, ὅσο κι’ ἂν δὲν εἴναι «καθάριο».

Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ μετόχια πληθύνονται. Δραγαμέστο, Αἰτωλικό, Βραχώρι. Ἐδῶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀλὴ Πασὰς ὁ Τεπελενλὴς δίδει στὸ 1810 «μπουγιουρδί», ἄδεια καὶ χτίζεται ὁ Ἱερὸς Μετοχιακὸς Ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σώζεται ἀκόμη ἡ ἄδεια μὲ τὴν ἰδιόχειρη ὑπογραφή του στὰ Γενικὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους. Ἦταν μεγάλο μετόχι ποὺ ἔπαιζε σπουδαῖο ρόλο στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Ἀγρινίου. Τὸ Μοναστήρι ἔστελνε ἐναρέτους πνευματικοὺς ποὺ πολὺ ὠφέλησαν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια. Ἐκεῖ διασώθηκαν καὶ τὰ κειμήλια τῆς Μονῆς στὶς ὧρες τοῦ μεγάλου ξεσηκωμοῦ. Μαρτυροῦνται ἀκόμη μετόχια στὴν Θεσσαλονίκη, στὴν Πόλη, στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες. Οἱ πατέρες φθάνουν μέχρι τὴν Ἁγία Ρωσία ἐκλιπαρώντας ἐλέη γιὰ νὰ ἐπουλώσουν τὶς συνεχεῖς πληγές.

Καὶ ἡ Γαληνοτάτη Δημοκρατία τοῦ Ἁγίου Μάρκου, ἡ Βενετία ὑπολογίζει σοβαρὰ τὸ Μοναστήρι. Τὰ σύνορα μὲ τὶς κτήσεις τῆς εἶναι ἐδῶ κοντά. Βρίσκεται σὲ συνεχῆ πόλεμο μὲ τοὺς Τούρκους. Ἄρα κάθε ἀνυπότακτος ὑπήκοος τοῦ Πατισὰχ εἶναι σύμμαχός της. Τέτοιος ἦταν καὶ τὸ Μοναστήρι της NUESTRA SINIORA Ἱ TARNE, τῆς Τατάρνας. Γίνεται κέντρο κατασκοπίας ἐναντίον τῶν Τούρκων, κέντρο ἐπαναστατικῶν ζυμώσεων. Ἡ Γαληνοτάτη χαρίζει τὴν εὔνοιά της. Τέσσαρα ἀσημένια Ἅγια Ποτήρια καὶ ἕνα βαρὺ ἀσημένιο θυμιατὸ μαρτυροῦν μέχρι σήμερα τὴν εὐγνωμοσύνη τῆς Βενετίας. Ἀκόμη καὶ χρυσὸ δουκάτο τοῦ δόγη Ἀλοΐσιο Μοντσενίγκο βρέθηκε στὰ ἐρείπια.

Καὶ τὸ Βασίλειο τῶν Δύο Σικελιῶν δὲν ἔμεινε ξένο ἀπὸ ἐπαφὲς μὲ τὸ Μοναστήρι. Ἀλλὰ γι’ αὐτὰ γίνονται ἀκόμη ἐπιστημονικὲς ἔρευνες.

Ἀπὸ τὴν μακρινὴ Ρωσία , ἔρχονται πλούσια δῶρα. Ἕνας ἀδελφός της Μονῆς Δουσίκου ὀνόματι Ἀρσένιος γίνεται Ἀρχιεπίσκοπος Ἐλασσῶνος. Συνοδεύει τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἱερεμία τὸν Τρανὸ στὸ ταξίδι του γιὰ τὴν Μόσχα στὰ 1586. Σκοπὸς ἡ ἀνακήρυξις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Δὲν ἐπιστρέφει. Μένει γιὰ πάντα στὸν παγωμένο βορρᾶ. Γίνεται Ἀρχιεπίσκοπος Ἀρχαγγέλων τῆς Μεγάλης Ρωσσίας. Δὲν ξεχνᾶ τὴν παλαιά του μετάνοια, οὔτε τὴν θυγατρικὴ Μονὴ τῆς Τατάρνας. Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ στέλνει πλούσια δῶρα, εἰκόνες, ἐγκόλπια χειρόγραφα. Πολλὰ σώζονται μέχρι σήμερα.

ΖΩΗ χωρὶς γράμματα, τί ζωὴ μπορεῖ νὰ εἶναι; Καὶ χρειάζονται τόσο πολὺ τὰ γράμματα αὐτὴ τὴν δύσκολη ἐποχή… Μόνο μὲ τὴν παιδεία θὰ μάθαιναν oι ραγιάδες ποιοῦ γένους ἤσαν ἀπόγονοι, πῶς ξέπεσαν καὶ τί τοὺς πρέπει. Γι’ αὐτὸ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς σκλαβιᾶς λειτουργεῖ ἐδῶ σχολεῖο κοινῶν γραμμάτων -ὀχτωήχι καὶ ψαλτήρι- γιὰ νὰ μαθαίνουν oι πατέρες νὰ «γινώσκουν ἃ ἀναγινώσκουν», γιὰ νὰ μαθαίνουν oι περίοικοι τὰ ἱερὰ γράμματα, ὥστε κάποτε ἡ σπίθα νὰ γίνη φλόγα.

Ὁ μεγάλος Διδάσκαλος τοῦ γένους Ἅγιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλὸς προσελκύεται ἀπ’ τὴν ἁγιότητα τῶν πατέρων τῆς Μονῆς καὶ χειροτονεῖται ἐδῶ διάκονος στὰ 1615. Εὐγνωμοσύνης ἕνεκα στέλνει ἀργότερα, τὸ 1650, ἕνα ἀσημένιο δισκοπότηρο, θαῦμα τέχνης καὶ λεπτουργικής. Ὑπάρχει μέχρι σήμερα διηγούμενο τὴν ἐκτίμησι καὶ τὴν εὐλάβεια τοῦ ἀνδρὸς πρὸς τὴν Μονή. Καὶ μέχρι νὰ κοιμηθῆ τον «ὀσίοις ἐμπρέποντα ὕπνον», στὴν ἡλιοστερῆ Γούβα τῶν Βραγγιανῶν, δὲν παύει νὰ ἐνδιαφέρεται ποικιλοτρόπως γιὰ τὸ Μοναστήρι ποῦ θεωροῦσε δικό του. Αὐτὸ πράττει καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος, ὁ ἰατροφιλόσοφος. Ἐνδιαφέρεται ἀκόμη καὶ γιὰ ἀσθενεῖς πατέρες καὶ στέλνει συνταγὲς καὶ γιατρικὰ πρὸς θεραπείαν τῶν.

Ἡ κορυφαία στιγμὴ ἀκμῆς τῆς Μονῆς εἶναι ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου Ἀνανίας γίνεται ἡγούμενος. Παλαιὸς ἀδελφός της μονῆς, ἀνάγεται, ἕνεκα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς μορφώσεώς του εἰς τὸν θρόνον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Φαναρίου. Κατόπιν προτροπῆς τοῦ διδασκάλου τοῦ Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ παραιτεῖται ἀπ’ τὸν θρόνο καὶ ἀναλαμβάνει νὰ διακονήση ὡς ἡγούμενος τὴν Μονὴ τῆς μετανοίας του. Ἔμεινε γνωστὸς στὴν ἱστορία σάν: «ὁ Δεσπότης τῆς Τατάρνας». Σ’ αὐτὸν τὸ Μοναστήρι ὀφείλει πολλά.

ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ στὴν τρίτη περίοδο. Οἱ λίγοι πατέρες ποὺ ἀπέμειναν ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ μηδέν. Γι’ ἀρκετὰ χρόνια μένονν στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ ἀπεiχε μία ὥρα σχεδόν. Τώρα βρίσκεται στὸ βυθὸ τῆς λίμνης. Ἐκεῖ ἤσαν oι μύλοι, oι νεροτριβές, τὰ μαντάνια τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ὅμως τὸ πνεῦμα τῆς Βαυαροκρατίας ἦταν φοβερὰ ἀντιμοναστηριακό. Διέλυσαν διὰ τῆς βίας τετρακόσια εἴκοσι μοναστήρια καὶ ἐδίωξαν τοὺς πατέρες μὲ τὶς κλωτσιές. Ποδοπάτησαν ἱερὰ κειμήλια καὶ ἅγια Λείψανα, κατέστρεψαν καλλιτεχνήματα ἀνυπολόγιστης ἀξίας. Θρηνεῖ ὁ Μακρυγιάννης γιὰ τὸν ἐμπαιγμὸ τῶν ἱερῶν καὶ ὁσίων της φυλῆς. Ὅ,τι γλῦτωσε ἀπὸ τοὺς Τούρκους κατεστράφη ἀπὸ τοὺς Βαυαροὺς καὶ τοὺς ὁμόφρονές τους. Καὶ εἶχαν πολλοὺς ὁμόφρονες, ἀκόμη καὶ μεταξὺ τοὺ «ἀνωτέρου» κλήρου. Πῶς λοιπὸν θὰ ἔπαιρναν ἄδεια γι’ ἀνοικοδόμησι μὲ τὸ πνεῦμα ποῦ ἐπικρατοῦσε; Ἀπὸ κεῖ κοντὰ μάθανε oι πατέρες ὅτι θὰ περνοῦσε περιοδεύοντας, ὁ βασιληᾶς Ὄθων. Τὸν συναντοῦν στὴ γέφυρα τοῦ Μανώλη. Ἱκετεύουν, ἐξιστοροῦν τὶς θυσίες τοῦ Μοναστηριοῦ γιὰ τὸν ἀγώνα, τοῦ ὑπενθυμίζουν ὅτι χαρακτηρίσθηκε «διατηρούμενο». Kαι ὁ βασιληᾶς κάμπτεται. Χορηγεῖ τὴν ἄδεια. Μάλιστα τοὺς στέλνει καὶ βαυαρὸ μηχανικὸ γιὰ τὰ σχέδια. Σώζονται ἀκόμη στὰ γενικὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους. Νέοι ἀγῶνες, νέα τρεχάματα. Γίνεται ἔρανος καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν. Τὸ Μοναστήρι προσφέρει ὅλη του τὴν οἰκονομικὴ ἰκμάδα. Τζουμερκιῶτες μαστόροι ἀρχιζονν τὸ 1841 νὰ χτίζουν. Νοτιώτερα ὅμως ἀπ’ τὸ παλαιὸ γιατί ὁ μηχανικὸς ἔκρινε σὰν ἐπισφαλὲς τὸ ἔδαφος. Τὸ Μοναστήρι ἀρχίζει νὰ ὑψώνεται μεγαλόπρεπο, ἐφάμιλλο ἴσως τοῦ παλαιοῦ. Προσπάθεια ἐργώδης. Οἱ πέτρες κουβαλιῶνται ἀπ’ τὸ ποτάμι καὶ πελεκιοῦνται ἐπὶ τόπου. Τὰ μάρμαρα μεταφέρονται ἀπ’ τὸν Κραβασαρά. Τὰ σίδερα ἀπ’ τὴν Πάτρα.

Τὰ ξύλα γιὰ στέγες καὶ πατώματα κόβονται ἀπ’ τὸν Ἄη-Λιά, τὸ πλησιέστερο βουνό.

Τὰ κεραμίδια ψήνονται σὲ κεραμαριό, λίγο πιὸ κάτω. Τὰ καρφιὰ τὰ σφυρίζουν oι γύφτοι.

Σὲ τρία χρόνια τὸ Μοναστήρι ἦταν ἔτοιμο «Ἡγουμενεύοντος Γερμανοῦ». Βρισκόμαστε στὸ 1843. Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις!

Ποῦ ὅμως δὲν διαρκεῖ γιὰ πολύ. Σ’ἕνα χρόνο ἡ ἐκκλησία κάθισε καὶ «σφράγισε», ἐράγισε. Κακὴ θεμελίωσις πάνω σὲ κούτσουρα καστάνιας, σὲ τόπο ἀκατάλληλο, κούφιο, γεμάτο ὑπόγεια νερά. Ἀποτέλεσμα: ἡ ἐκκλησία ὑφίσταται ρῆγμα στὸν τροῦλλο καὶ στὶς κεραῖες τοῦ σταυροῦ, τὴν ἀνατολικὴ καὶ τὴν δυτική. Ἀντηρίδες ποῦ προστέθηκαν γιὰ νὰ στηρίξουν τὸ οἰκοδόμημα δὲν ὠφέλησαν σὲ τίποτε. Ἡ ἐκκλησία ἦταν καταδικασμένη. Ἦταν ὄμορφη, εἶχε ὅμως σὰν τὸ ἄγαλμα τοῦ Ναβουχοδονόσορος, πήλινα πόδια.

Στάθηκε στὰ πόδια τῆς ἑκατὸν εἴκοσι χρόνια. Δὲν ἔπαιρνε γιατριά. Καὶ πολὺ κράτησε.

Θάλεγε κανεὶς ὅτι τὸ «σφράγισμα» τῆς ἐκκλησιᾶς ἦταν σημεῖο τῆς Παναγίας. Προειδοποίησις γιὰ ἐπερχόμενα δεινά. Ἡ ἐσωτερικὴ κατάρρευσις ἐπηκολούθησε ραγδαία. Ἡ ἀκμὴ περασεν ἀνεπιστρεπτί. Οἱ παλαιοὶ πατέρες ἔφευγαν ἕνας ἕνας γιὰ τοὺς οὐρανούς. Οἱ λίγοι νέοι ποὺ προσήρχοντο νὰ κοινοβιάσουν δὲν εἶχαν τὸ πνευματικὸ ἀνάστημα τῶν προηγουμένων. Τὰ βουνὰ ἄρχισαν νὰ ἀδειάζουν. Ὁ τόπος ἀπομονώθηκε καὶ πάλι. Ἄρχισε ἡ πνευματικὴ ἐρήμωσις. Πολλοi φοροῦσαν τὸ ράσο γιὰ ψωμάκι, γιὰ νὰ ζήσουν. Ξεχάσθηκε ἡ καλογηρική, oι πατέρες, ἡ ἐκκλησία. Ξαναπέσε ἀγραμματωσύνη καὶ παχυλὴ ἀμάθεια. Λησμονήθηκαν τὰ μετόχια. Τὸ μεγάλο μετόχι τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Βραχώρι τὸ ἅρπαξαν μὲ τὸ ἔτσι θέλω καὶ τὸ μετέτρεψαν σὲ ἐνοριακὸ ναό. Ποιὸς θ’ ἀντιδροῦσε; Τὰ ὑπόλοιπα μετόχια τὰ βρίσκουμε μόνο στὰ ταπιὰ καὶ τὰ ἔγγραφά του Ἀρχείου.

Μόνη ἀσχολία τῶν καλογήρων ἦταν τὰ δικαστήρια μὲ τοὺς χωριανούς. Ἡ παλιὰ ὁμοψυχία ἔσπασε. Δίκες γιὰ μία πιθαμὴ γής, γιὰ ἕνα ἀγριλίδι! Ἔγιναν φύλακες μίας καταδικασμένης περιουσίας. Ἦλθαν μετὰ oι ἀπαλλοτριώσεις. Δὲν ἔφταιγαν γιὰ τὴν παρακμὴ αὐτές. Ἔπρεπε νὰ γίνουν. Εἶχε μείνει ἐξ ἄλλου τόση περιουσία ποὺ μποροῦσε νὰ εὐημερῆ. Οἱ τελευταῖοι πατέρες γυμνήτευσαν καὶ μὲ ἑπτὰ χιλιάδες ἐλαιόδενδρα δὲν εἶχαν λάδι νὰ ρίξουν στὰ φασούλια τους. Τὸ Μοναστήρι ξεπουλιόταν ἀπὸ μέσα κι’ ἂπ’ ἔξω. Ἔχει καὶ ἡ μακρυνὴ Ναύπακτος μεγάλο μέρος τῆς εὐθύνης γιὰ τὴν κατάντια…

Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κατάλληλος χῶρος γιὰ νὰ ἀναλύσωμε τὰ αἴτια τῆς παρακμῆς καὶ αὐτῆς τῆς Μονῆς καὶ τόσων ἄλλων. Ἐπιγραμματικὰ ὅμως καὶ μὲ πύρινα γράμματα γράφομε ὅτι τὸ μεγάλο αἴτιο εἶναι ἡ βιαῖα καὶ κακοήθης ἀποκοπὴ τῶν Πατριαρχικῶν Μονῶν ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Διώξανε τὴν Μητέρα καὶ ἦλθε ἢ μητριά. Ἡ πνευματικὴ ἀνεξαρτησία ποὺ ἀπήλαυαν ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ὠδήγησε τὰ Μοναστήρια σὲ ἀκμή. Μία συμβολικὴ εἰσφορὰ ἀπὸ τέσσαρες ὀκάδες κερὶ ἢ 100 γρόσια τὸ χρόνο ἦταν ὅλη καὶ ὅλη ἡ ὑποχρέωσις τῆς Μονῆς γιὰ κάθε χρόνο. Ὅταν ὅμως ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν κατὰ τόπους ἀρχιερέων, τότε δὴ τότε…

Μέσα σὲ ἑκατὸ χρόνια ἡ πτῶσις ἐπῆλθε ραγδαία. Κακοδιοίκησις, κλεψιές, πλεονεξία διαχειριστῶν, ἁρπακτικὰ γεράκια, δὲν ἄφησαν τίποτε ὄρθιο.

Ὥσπου τὸ δράμα ἔληξε. Στὰ 1963 βίαιη κατολίσθησις ὑπερκειμένου ὅρους τάραξε συθέμελα τὸ Μοναστήρι. Ἐπὶ ἕνα μήνα ἡ γῆ σειόταν καὶ τὸ Μοναστήρι χόρευε. Τὰ πάντα κατέρρευσαν. Χάθηκε τὸ πολύτιμο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Καταχωνιάσθηκε ἡ Ἁγία Τράπεζα. Ψάξαμε ἀργότερα μὲ μπουλντόζα. Δὲ βρέθηκε πουθενά. Συγχρόνως χάθηκε καὶ ἡ ἐπίλοιπη κτηματικὴ περιουσία. Πνίγηκε στὴν νέα λίμνη.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ἔμεινε ἀνάμνησις! Ἀλλ’ ὄχι! ‘Ἡ Παναγία ἔχει τὰ δικά της σχέδια. Ἀρχίζει ἡ τετάρτη περίοδος, ἡ σύγχρονη. Τὸ Μοναστήρι ἔχει καταστραφῆ. Ἔχει μείνει μόνον ἡ νομικὴ ὑπόστασις. Νομικὸν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, δηλαδὴ μόνον ἡ

σφραγίδα. Ἔχουν μείνει ἀκόμη δύο γεροντάκια ποὺ ζοῦν κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες σὲ πρόχειρα παραπήγματα, κοντὰ στὰ χαλάσματα. Ὑπῆρχαν προσέτι καὶ δύο παρήγορες ἀκτίνες φωτός.

Εἶχαν διασωθῆ κατὰ ἕνα μεγάλο ποσοστὸ τὰ ἱερὰ Κειμήλια καὶ τοῦτο χάρις στὴν αὐτοθυσία -πρέπει νὰ τονισθῆ αὐτὸ- τοῦ δασκάλου τοῦ χωριοῦ καὶ τῶν κατοίκων, ποὺ ἔσπευσαν νὰ σώσουν ὅ,τι ἦταν δυνατὸν νὰ σωθῆ. Καὶ σώθηκαν πολλά.

Ὑπῆρχε καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἀπ’ τὰ κτήματα ποὺ πνίγηκαν στὴ λίμνη. Καλὸ προζύμι γιὰ μία καλὴ ἀρχή.

Ἀρχίζομε -καλοκαίρι τοῦ 1968- ἀπὸ πιάτο καὶ πηρούνι, στὴν κυριολεξία.

Στὴν πρώτη πανήγυρι ποὺ ξανάγινε ὕστερα ἀπὸ διακοπῆ ἕξη ἐτῶν, στὸ χῶρο τῆς Μονῆς, κοιμηθήκαμε στὸ χῶμα, στὴν ρίζα μίας ἀγριοροδιᾶς γιὰ νὰ προστατευόμαστε ἀπ’ τὸν ἀέρα. Προσκέφαλο… τὰ παπούτσια μας καὶ σκέπασμα τὸ ράσο.

Στὴν ἀρχὴ ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις. Κάθε ἄρχη καὶ δύσκολη. Πολλοὶ ἤθελαν νὰ μοιρασθοῦν τὰ χρήματα τῆς ἀποζημιώσεως. ‘Ἄλλοι -ἐν οἶς καὶ oι ἐν Ναυπάκτω- νὰ γίνη ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι, εἰς ἀνάμνησιν τῆς πάλαι πότε Μονῆς καὶ τὰ ὑπόλοιπα χρήματα νά… ἀξιοποιηθοῦν. Ἄλλοι, ἄλλα. Πάντως πολὺ λίγοι πίστευαν ὅτι θὰ ξαναγίνη τὸ Μοναστήρι.

Ὅμως τὸ ἤθελε ἡ Παναγία. Τὸ εὐλόγησε καὶ τὸ θαῦμα, γιατί περὶ θαύματος ἐξαίσιου πρόκειται, ἔγινε.

Ἡ ἀνοικοδόμησις ἀρχισε το 1969. Χτίσθηκε πρῶτα ὁ μικρὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Σάββα γιὰ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν νέων ἀδελφῶν. Ἐπίσης ἕνα μικρὸ οἰκοδόμημα πρὸς διαφύλαξιν τῶν ἱερῶν Κειμηλίων. Νοτιώτερα καὶ σὲ ἀπόστασι πεντακοσίων καὶ πλέον μέτρων ἀπὸ τὸ παλαιὸ ἀγοράσθηκε οἰκόπεδο κατόπιν γνωματεύσεως εἰδικοῦ γεωλόγου.

Κατεσκευάσθη τὸ ὑδραγωγεiο ἀπ’ τὶς πηγὲς τῆς Μονῆς. Μὲ τὴν εὐλογία τῆς Θεοτόκου ἡ ἀνοικοδόμησις προχώρησε χωρὶς προσκόμματα. Ἀπ’ τὸν μηχανικὸ μέχρι καὶ τὸν τελευταῖο ἐργάτη, ὅλοι ἐργάσθηκαν φιλότιμα καὶ συνειδητά. Ἔπρεπε ἡ Μονὴ νὰ γίνη ἀντάξια του παρελθόντος της. Ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὰ κτήματα -περίπου τέσσαρα ἑκατομμύρια- ἔφθασε μόνο γιὰ τὰ θεμέλια καὶ μερικὲς κολῶνες. Χρειάζονταν χρήματα. Τὰ βρῆκε ἡ Παναγία. Ἡ πολιτεία, oι εὐσεβεῖς χριστιανοί, oι ἐν αὐτὴ μονάζοντες, ἔδωσαν τὸ «παρὸν» Ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια τὸ ἔργο ἔφθασε σὲ σημεῖο ποὺ κανεὶς δὲν τὸ περίμενε.

Καὶ oι ἐργασίες συνεχίζονται…

 

Δόξα εἰς τὸν Κύριο καὶ τὴν Παναγία Αὐτοῦ Μητέρα. Τώρα τὸ Μοναστήρι ἔχει μέσα τρεῖς Ἐκκλησίες: Τὸ Καθολικό, εἰς τιμὴν τῆς Παναγίας. Ἐκτίσθη εἰς τύπον ἁγιορειτικὸν τρίκογχον μετὰ τρούλλου. Ἐκεῖ ἔχει ἐναποτεθῆ ἡ Θαυματουργὸς Εἰκὼv τῆς Παναγίας Ταταρνιωτίσσης. Εἶναι Εἰκὼν παλαιοτάτη, φθαρμένη ἀπὸ τὴν πολυκαιρία καὶ τὶς περιπέτειες, στὸν τύπο τῆς Ὁδηγητρίας.

Ο «κάμπος» ἔχει καλυφθῆ ἀπὸ ἀσήμι καὶ σμάλτο πολὺ λεπτῆς τέχνης, ἐνῶ δύο φωτοστέφανοι μὲ πολυτίμους λίθους στεφανώνουν τὸ μέτωπο τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἰησοῦ.

Πολυάριθμα ἀναθήματα κοσμοῦν τὴν Ἁγίαν Εἰκόνα. Εἶναι ὅλα σχεδὸν σύγχρονα, γιατί τὰ παλιὰ ἔγιναν μπαρουτόβολα γιὰ τὸν Ἀγώνα. Ἕνα ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι πρόσφατο ἀπὸ ξύλο καρυδιᾶς, σὰν θρόνος μὲ κουβούκλιο βαστάζει τὴν ἱερὰν Εἰκόνα καὶ τὰ ἀναθήματα. Ἀσημένια κανδήλια ἀπ’ τὸν παλαιὸ ναὸ κοσμοῦν τὸν θρόνο καὶ ἀνάβονται πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Τὰ θαύματά της εἶναι ἄπειρα. Οἱ παλαιοὶ διηγοῦνται πολλά.

Ἐμεῖς ὅμως ποὺ ζοῦμε μέσα στὸ Μοναστήρι ἔχονμε δεῖ πάμπολλα. Δοξάζομε τὸν Θεὸ γιατί μᾶς ἀξίωσε νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ διάκονοι καὶ ὑπηρέται τῆς Παναγίας Μητρός Του. Μέσα στὸ Καθολικὸ ὅλα εἶναι καινούργια. Τέμπλο, ἐmσκοπικὸς θρόνος, προσκυνητάρια, πολυέλαιος, Ἅγια ποτήρια, θυμιατά, εὐαγγέλια, ὅλα δωρεὲς εὐσεβῶν χριστιανῶν. Μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης τῶν. Πανηγυρίζει στὶς ὀκτὼ Σεπτεμβρίου μὲ συρροὴ πλήθους εὐσεβῶν. Ἀφ’ ἑσπέρας τελεῖται ἀγρυπνία εἰς τιμὴν τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν ἑπομένην ἑορτάζεται ἡ Σύναξις τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος.

Κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ Καθολικό, ὑπάρχει Ναὸς ἰσομεγέθης μὲ τὸ καθολικόν, εἰς τιμὴν τῶν ἓξ Εὐρυτανίας καὶ τῶν ὁμόρων περιοχῶν Ἁγίων. Αὐτοὶ εἶναι:

  1. Ὁ ὅσιος Ἀνδρέας που ἀσκήτευσε τὸν ΙΓ’ αἰώνα στὸ ἀπέναντί της Μονῆς βουνὸ τῆς Κανάλας.
  2. Ὁ Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ ἐκ Γρανίτσης που ἐμαρτύρησε τὸ 1544 στὴν Θεσσαλονίκη.
  3. Ὁ Ὁσιομάρτυς Δαμιανός, ἐκ Μυριχόβου. Ἤθλησε τὸδ 1568 εἰὶς Λάρισαν.
  4. 0 Ἱερομάρτυς Σεραφείμ, Ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου. Ήθλησε τὸ 1601 εἰς Φανάριον.
  5. Ὁ Νεομάρτυς Νικόλαος ὁ Καρπενησιώτης. Ήθλησε τὸ 1672 εἰς Κῶν/πόλιν.

6 Ο οσιοϊερομάρτυς Κυπριανὸς ἐκ Κλειτσού. Ἤθλησε τὸ 1679 εἷς Κῶν/πόλιν.

  1. Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός. Εκοιμήθη τὸ 1682 εἰς Μονὴν Ἁγίας Παρασκευῆς Γούβας Βραγγιανῶν.
  2. Ὁ Ὁσιομάρτυς Ρωμανὸς ἓξ Ἀντρανόβης Εὔρυτανιας. Ἤθλησε τὸ 1694 εἰς Κ/πόλιν.
  3. Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ἐκ Γολίτσης. Εκοιμήθη τὸ 1730 εἰς Καυσοκαλύβια Ἁγίου Ὅρους.
  4. Ο Εθνομάρτυς καὶ Ἰσαπόστολος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. ‘Ἠθλησε τὸ 1770 εἰς Κολικόντασι Βορείου Ἠπείρου.
  5. Ο Οσιομάρτυς Γεράσιμος ἐκ Μεγάλου Χωρίου. Ήθλησε τὸ 1812 εἰς Κῶν/πόλιν, καὶ
  6. Ο Νεομάρτυς Ἰωάννης ἐκ Κονίτσης ὁ ἐξ Αγαρηνῶν. ‘Ἠθλησε τὸ 1814 εἰς Βραχώριον.

Ἡ ἑορτὴ τῶν ἁγίων αὐτῶν ἐθεσπίσθη, ἀδεία της Ἱερᾶς Συνόδου τὸ 1971. Ἔκτοτε ἑορτάζονται τὴν τελευταίαν Κυριακήν του μηνὸς Αὐγούστου δὶ’ ἀγρυπνίας καὶ εἰδικῆς Ἀκολουθίας.

Παραπλεύρως καὶ πρὸς νότον τοῦ Καθολικοῦ ἀνηγέρθη Ναὸς εἰς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου. Πρόκειται περὶ μονοκλίτου κεραμοσκεποῦς ξυλοστέγου βασιλικῆς, ὅπου τελοῦνται κατὰ τὰς καθημερινᾶς oι Ἱερὲς Ἀκολουθίες.

Πανηγυρίζει στὶς 3 Νοεμβρίου καὶ στὶς 23 ‘Ἀπριλίου. Ὅπως ἀναφέραμε πιὸ πάνω, πλησίον τῶν ἐρειπίων τῆς Μονῆς τοῦ 1841 ἀνηγέρθη Ἱερὸν Κάθισμα καὶ Ναὸς εἰς τιμὴν τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἠμῶν Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου. Εἶναι καὶ ναὸς κοιμητηριακὸς γιατί ἐκεῖ θάπτονται oι κοιμώμενοι ἀδελφοί. Ἐκεῖ παραμένουν καὶ oι ἀδελφὲς ποὺ διακονοϋν στὴν Ἱερὰ Μονή.

Ἀκόμη χτίσθηκαν κελλιὰ διὰ τοὺς μοναχούς, ξενὼν γιὰ τοὺς προσκυνητές, σκευοφυλάκειο γιὰ τὴν διαφύλαξι τῶν Ἱερῶν Θησαυρισμάτων, «Ἀρχονταρίκι», τράπεζες καὶ ὅλοι oι λοιποὶ χῶροι, oι ἀπαραίτητοι γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Μονῆς.

Ταυτοχρόνως ἡ Μονὴ ἀπέκτησε καὶ δύο μετόχια.

Τὸ ἕνα βρίσκεται στὸ Καρπενήσι σὲ ὑψόμετρο 1060 μέτρων, στην «ὀφρὺν» τῆς πόλεως. Τιμᾶται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Ἀρχιεπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ. Χτίσθηκε μὲ δωρεὲς τῶν εὐλαβῶν κατοίκων τῆς πόλεως τοῦ Καρπενησίου. Ἄρχισε νὰ οἴκοδομηται τὸ 1971 καὶ τελείωσε μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια. ‘Ἀποτελεῖ μικρογραφία μοναστηριοῦ μὲ Ναὸ σὲ ρυθμὸ μονοκλίτου Βασιλικῆς, κελλιᾶ, μικρὸ ξενώνα, ἀρχονταρίκι, τράπεζα καὶ λοιπὰ χρειώδη. Ἔχει ὑπέροχη θέα πρὸς τὴν πόλι, τὴν κοιλάδα τῆς Ποταμιᾶς τοῦ Καρπενησιώτη καὶ ὅλα τὰ γύρω βουνά. Πανηγυρίζει στὶς 9 Νοεμβρίου. Γίνεται ἀγρυπνία μὲ μεγάλη συρροὴ εὐλαβῶν ἐκ τῆς πόλεως καὶ τῆς γύρω περιοχῆς. Ὁ Ἅγιος τιμᾶται ὠσαύτως καὶ στὶς 3 Σεπτεμβρίου, ἡμέραν ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν αὐτοῦ Λειψάνων. Στὸν περίβολο τοῦ μετοχίου αὐτοῦ ἀνοικοδομεῖται τώρα (1995) ναὸς εἰς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου. Κάτω ἀπ’ αὐτὸν ὑπάρχει κρύπτη γιὰ νὰ ἐναποτεθοῦν ἐν καιρῶ τὰ ὀστᾶ τοῦ δολοφονηθέντος βουλευτοῦ Εὐρυτανίας Παύλου Μπακογιάννη.

Στὰ 1973 ἄρχισε νὰ ἀνοικοδομεῖται στὸ Μικρὸ Χωριὸ Εὐρυτανίας, μέσα σ’ ἕνα καταπράσινο δάσος ἀπὸ ἔλατα καὶ δρῦς, τὸ γυναικεῖο Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον τῆς Ὁσίας μητρὸς ἠμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Δὲν ἄργησε νὰ ἀποπερατωθῆ. Οἱ ἐκεῖ μονάζουσες ἔχουν τὴν πνευματικὴ καὶ διοικητικὴ ἐξάρτησί τους ἀπ’ τὸ κεντρικὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας.

ΠΑΡ’ΟΛΕΣ τὶς περιπέτειες, τὶς δηλώσεις, τὶς καταστροφές, σώθηκαν πολλὰ Ἱερὰ Κειμήλια, σπάνια καὶ πολύτιμα. Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἀπὸ τὸ 1969 καὶ ἑξῆς, αὐξάνουν συνεχῶς. Πολλοὶ ποὺ κρατοῦσαν κειμήλια τῆς Μονῆς, σὰν εἶδαν ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ Μοναστηριοῦ ἄρχισε πάλι νὰ χτυπᾶ, τὰ ἐπέστρεψαν. Ἄλλοι «ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἐλεγχόμενοι» τὰ ἔστειλαν ἀνωνύμως. Ἀκόμη ἔρευνες ποὺ ἔγιναν ἀνεκάλυψαν κειμήλια σκορπισμένα ἐδῶ καὶ κεῖ. Βρέθηκε τὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς ποὺ ἐθεωρεῖτο ἀπολεσθέν. Ἀφιερώθηκαν πολλὰ νέα ἀντικείμενα, ὅπως εἰκόνες, ἀρχαία νομίσματα, ἀρχεῖα ἐπιφανῶν προσώπων καὶ ἄλλα.

Για τὴν Εἰκόνα της «Ἄκρας ταπεινώσεως» μιλήσαμε διεξοδικὰ πιὸ πάνω. Ὑπάρχουν ἀκόμη: Ἀργυροχρυσομεταξοκέντητος Ἐπιτάφιος σπανίας τέχνης τοῦ 1584, ἔργον Ἀρσενίου Μοναχοῦ. Ὠσαύτως «ἀὴρ» τοῦ αὐτοϋ κεντητοῦ. Ἐπιτραχήλια, ἐπιγονάτια, ζῶνες, ἐπιμάνικα, ὅλα χρυσοκέντητά του ΙΣΤ’ καὶ ΙΖ’ αἰῶνος.

Ἐγκόλπια, σταυροὶ ξυλόγλυπτοι, ἀργυροί, σμαλτωμένοι, Ἅγια ποτήρια, θυμιατά, Ἱερὰ Εὐαγγέλια, ἀντιμίνσια, ἱερὲς Εἰκόνες ἀπὸ τὸν ΙΓ’ αἰώνα καὶ ἑξῆς, κανδήλια ἀσημένια, μὲ πρῶτο τὴν κανδήλα ποὺ ἀφιέρωσε ὁ ἥρωας Κατσαντώνης, ἔργο μοναδικῆς ὀμορφιᾶς (πολλῶν ἐξ αὐτῶν φωτογραφίαι δημοσιεύονται εἰς τὸ ἀνὰ χείρας βιβλίον).

Ὑπάρχουν ἀκόμη χειρόγραφα μεγάλης ἀξίας, ὅπως οἱ λόγοι Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἐπὶ περγαμηνῆς τοῦ ΙΑ’ αἰῶνος (τὸ ἀρχαιότερο κειμήλιο τῆς Μονῆς), θεῖες Λειτουργίες, Εὐαγγελιστάρια, σιγίλια καὶ ἔγγραφα πατριαρχικά, φιρμάνια Τουρκικά, ἀρχεῖο ἀνέκδοτο καὶ ἄλλα πολλά.

Ἀξιόλογος εἶναι καὶ ἡ βιβλιοθήκη, τὸ «ψυχῆς ἰατρεῖον», ποὺ ὅλο καὶ πλουτίζεται.

Ἔχει παλαιοτυπά, στερεότυπες ἐκδόσεις, μηναῖα μὲ ἐνθυμήσεις, βιβλία ποικίλης ὕλης.

Πολλὰ εἶναι δῶρο τοῦ ἐπισκόπου Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας Ἀνθίμου (+ 1881 ). Τελευταiα ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Ναυπάκτου Δαμασκηνὸς (+ 1984) ἀφῆκε ὡς κληροδότημα στὴν μοναστηριακὴ βιβλιοθήκη, ὅλα του ἵστορικοϋ περιεχομένου βιβλία του, συμποσούμενα σὲ ὀκτακόσιους τόμους περίπου.

Ἄλλος Θησαυρὸς εἶναι τὰ Ἅγια Λείψανα. Φυλάσσονται στὸ Καθολικό της Μονῆς σὲ ἀργυρὲς Λειψανοθῆκες. Προσκυνοῦμε εὐλαβικὰ τὰ τεμάχια Ἁγίων Λειψάνων τῶν Ἁγίων:

Τρύφωνος,

Χαραλάμπους,

Ταρασίον Κῶν/πόλεως,

Ἀκακίου Καυσοκαλυβίτου,

Γερασίμου τοῦ ἐκ Μεγάλου Χωρίου

Παντελεήμονος

Ἰωάννου Θεολόγου

Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος

Ἰακώβου τοῦ Πέρσου

Ἐλευθερίου

Παταπίου

Ἰωάννου τοῦ Κουκουζέλους

Θεοδώρου Στρατηλάτου

Πολυκάρπου Σμύρνης

Ἀντίπα Περγάμου

Γεωργίου Τροπαιοφόρου

Ἰουλίττης

Παρασκευῆς

Νικολάου Καρπενησιώτου

Μηνᾶ

Πέτρου Ἀλεξανδρείας

Ἀνδρέου του Πρωτοκλήτου

Μοδέστου Ἱεροσολύμων

Ἀναστασίας

Φαρμακολυτρίας

Ἰωάννου τοῦ ἐκ Κονίτσης

καὶ ἄλλων.

Ἑξαιρέτως τιμοῦμε καὶ προσκυνοῦμε δύο τεμάχια Τιμίου Ξυλου του Ζωοποιοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Δοξάζομε τὸν Ἅγιον Θεὸν γιὰ τὶς πολλές του δωρεὲς πρὸς ἠμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς.

ΕΤΣΙ Η ΜΟΝΗ συνεχίζει τὴν ἱστορικὴ πορεία της. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου Θεοῦ καὶ τὶς μεσιτεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τηρεῖ πιστὰ τὶς παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀκολουθεῖ στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς

Θεῖες Λειτουργίες τὸ ἀρχαῖο Τυπικό του Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἠμῶν Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου. Διατηρεῖ τὴν ὥρα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀρχίζει δηλαδὴ νὰ μετρᾶ τὸ ἡμερονύκτιο ἀπὸ δύσεως ἡλίου. Δύσις ἡλίου=12. Πράγμα ποὺ παραξενεύει τοὺς προσκυνητές. Πολλὲς φορὲς μᾶς γυρνοῦν τὰ ρολόγια. Νομίζουν ὅτι σταμάτησαν ἢ ὅτι δὲν πᾶνε καλά. Εἶναι ἀδιανόητο γι’ αὐτούς, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος μετρήσεως τοῦ χρόνου πέραν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ. Τηρεῖ κατὰ δύναμιν τὶς νηστεiες τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ καὶ ἀπαγορεύει στοὺς μοναχούς της τὴν κρεωφαγία καὶ τὴν οἰνοποσία ἐντὸς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς.

Ἀξίζει νὰ παρακολουθήση ὁ προσκυνητὴς τὴν τάξιν τῆς Μονῆς στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες. Θὰ δὴ πόσο διαφέρουν ἀπ’ τὶς Ἀκολουθίες τοῦ κόσμου. Ἐδῶ εἶναι ἁπλές, ἀπέριττες, σεμνές, κατανυκτικές, χωρὶς θόρυβο καὶ μεγάφωνα, χωρὶς ἠλεκτρικὰ φῶτα, μὲ μόνο τὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ κανδηλιου καὶ τοῦ καθαροῦ κεριοῦ. Ὁ Θεὸς ἐδῶ ὑμνεiται καὶ δοξολογεῖται χωρὶς ἄτακτες φωνὲς καὶ κραυγές, χωρὶς ἐπιτήδευσι καὶ ἐπίδειξι λαρυγγισμῶν, χωρὶς τὴν κενοδοξία καὶ τὴν ἄγνοια τῆς ψαλτικῆς παραδόσεως ποὺ τόσο ἔχει βαθεία ἀλλοιώσει τὴν ὀρθόδοξη λατρεία μας… Οἱ Ἱερὲς Ἀκολουθίες τελοῦνται ὅπως ἀπαιτοϋν oι ἀρχαῖες τυπικὲς διατάξεις, χωρὶς συντμήσεις καὶ κολοβώσεις χωρὶς αὐθαίρετες ἐπεμβάσεις. Τὸ τάλαντο, τὰ σήμαντρα, oι καμπάνες, δίνουν μιὰ ξεχωριστὴ χροιὰ καὶ φέρνουν στὸ νοῦ μνῆμες παλαιᾶς δόξης καὶ εὐκλείας. Ὅλα ἔχουν τὸ λόγο τῆς ὑπάρξεώς τους. Ἡ λατρεία στὸ μοναστήρι εἴναι «λογτκὴ» καὶ «ἔλλογος».

Συνεχίζει ἀκόμη τὸ Μοναστήρι τὴν παράδοσι τῆς φιλοξενίας καὶ δέχεται τοὺς προσκυνητὲς σὰν ἀγγέλους Θεοῦ. Βέβαια δὲν ἔχουν ὅλοι oι προσκυνητὲς τοὺς ἴδιους σκοπούς. Πολλοὶ (μποροῦμε νὰ ποῦμε oι περισσότεροι) ἔρχονται μὲ εὐλάβεια νὰ προσκυνήσουν τὴν Παναγία, νὰ βροῦν παρηγοριά, βάλσαμο γιὰ τὶς πληγές τους. Ἄλλοι ἔρχονται γιὰ νὰ ἀποθέσουν τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν τους, νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ φύγουν ξαλαφρωμένοι, ξανανιωμένοι. Ἄλλοι ἔρχονται ἀπὸ ἀρχαιολογικὰ ἐνδιαφέροντα. Νὰ δοῦν τὰ κειμήλια, νὰ θαυμάσουν τὴν τέχνη. Ἄλλους τοὺς τραβὰ ἡ ὡραία φύσις, τὸ μαγευτικὸ περιβάλλον.

Ἄλλοι ξεκινοῦν ἀπὸ ἁπλὴ περιέργεια. Τί εἴδους ἄνθρωποι εἶναι oι καλόγηροι, ἀνήκουν ἄραγε στὸ ἀνθρώπινο γένος; Οἱ πολὺ λίγοι φθάνουν ἐδῶ μὲ προθεσν νὰ βροῦν ἐλλείψεις, καὶ ἐλλείψεις πάντοτε θὰ ὑπάρχουν. Εἶναι ἕτοιμοι νὰ κατηγορήσουν.Εὐτυχῶς εἶναι oι ἐλάχιστοι.

Ὅμως γιὰ ὅλους ὑπάρχει ἀπόθεμα ἀγάπης. Γιὰ ὅλους ὑπάρχει τὸ ποτήριον ψυχροῦ ὕδατος. «Ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ, γράφει Θεόδωρος ὁ Ἐμέσσης, τὴν φιλοξενίαν ἐργασίαν κεκτημένος, πρὸ τῆς σκηνῆς ἐκαθέζετο, τοὺς παριόντας προσκαλούμενος καὶ πάσιν ἐξήπλου τὴν τράπεζαν, ἀσεβέσι τὲ καὶ βαρβάροις μὴ διακρινόμενος. διὸ δὴ καὶ τῆς θαυμαστῆς ἐκείνης ἐστιατορίας κατηξιώθη, ξενίσας ἀγγέλους καὶ τὸν τῶν ὅλων Δεσπότην. Καὶ ἠμεῖς τοίνυν τῆς φιλοξενίας μετὰ πολλῆς της σπουδῆς καὶ τῆς προθυμίας ἐπιμελώμεθα, ἴνα μὴ μόνον ἀγγέλους, ἀλλὰ καὶ τὸν Θεὸν ὑποδεξώμεθα»…

Σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ ἀναπτύξωμε ἐδῶ τί εἶναι μοναχισμός. Πρέπει ὅμως oι εὐλαβεῖς προσκυνηταὶ νὰ γνωρίζουν ὅτι «μοναχὸς ἐστιν ὁ ἔξωθέν του κόσμου καθήμενος καὶ ἀεὶ δεόμενος τοῦ Θεοῦ τυχεῖν τῶν μελλόντων ἀγαθῶν» (Ἰσαὰκ ὁ Σύρος). Ὅπως δὲ λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος «ὁ ἀσκητικὸς βίος ἕνα σκοπὸν ἔχει, τὴν τῆς ψυχῆς σωτηρίαν».

 

Οἱ ὀλίγοι μονάζοντες σ’ αὐτὸ τὸ μοναστήρι, ἕνα σκοπὸ ἔχουν τάξει στὴν ζωή τους: νὰ πλέκουν τὸ τρίπλοκο σχοινί, ποὺ θὰ τοὺς ἀνεβάση στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτὸ τὸ σχοινὶ πλέκεται μὲ τὴν ὁλοθερμὴ (παρὰ τὶς πολλές τους ἁμαρτίες) ἀγάπη τους πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστόν, «ὑπὲρ οὐ ἀποθανεῖν ἐτοίμως ἔχουσι», μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς Χριστιανούς, τοὺς εὐλαβεῖς προσκυνητὲς καὶ τὸν κόσμον ὅλο, γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ὁποίου νυχθημερὸν εὔχονται, καὶ μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους. Γι’ αὖτα τὰ τρία ἄφησαν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου, γι’ αὐτὰ τὰ τρία θανατοῦνται ὅλην τὴν ἡμέραν, μ’αὐτὰ τὰ τρία ἐλπίζουν νὰ κληρονομήσουν βασιλείαν Οὐρανῶν.

Παρακαλοῦμε βοηθῆστε τους μὲ τὴν εὐγενῆ καὶ καλὴ συμπεριφορά σας, μὲ τὴν ἀγάπη σας νὰ τὸ πετύχουν. Σ’αὐτὸ θὰ βοηθήση πολὺ ἡ ἀνάγνωσις ἑνὸς ἄλλου βιβλίου. Ἐπιγράφεται «Ὁδηγὸς Ὀρθοδόξου προσκυνητοῦ». Ἔχει πολλὰ νὰ σᾶς πῆ. Ἀξίζει τὸν κόπο. Καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἡ Θεοτόκος Μαρία θὰ πρεσβεύη πάντοτε στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της. γιὰ σᾶς, γιὰ τὴν σωματικὴ καὶ ψυχική σας ὑγεία, γιὰ τὴν οἰκογένειά σας, γιὰ τὸ εὐλογημένο Γένος τῶν Ὀρθοδόξων.

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Διακονοῦντες εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν καὶ τὰ Μετόχια αὐτῆς (1999)

1.) Ιερά Μονή Παναγιας Τατάρνης

(τήλ. 0237-95400) – (360 72 ΓΡΑΝΙΤΣΑ)

α) Ἀρχιμ. Δοσίθεος

β) Ἀρχιμ. Δαμασκηνός

γ) Μοναχὸς Γερμανός

2) Ἱερὸν Κάθισμα, Ἁγίου Σάββα του Ἠγιασμένου,

Τριποτάμου

3) Ἱερὸν Ἠσυχαστήριον Οσιας Μαρίας της Αἰγυπτίας,

Μικροῦ Χωρίου Ἐνρυτανίας

(τήλ. 0237-41322) – (361 00 ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΝ)

α) Μοναχὴ Πελαγία

β) Μοναχή Νεκταρια

4) Ἱερὸν Μετόχιον Αγιου Νεκταρίου Καρπενησιου Εὐρυτανίας

(τήλ. 0237-22979) – (361 00 ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΝ)

α) Μοναχή Μελανη

β) Μοναχή Ανυσια

γ) Δήμητρα Κεχριμπαρη